Όταν το παιδί μου που βρίσκεται στην εφηβεία με ρωτά αν μπορεί να πάει σε πάρτι που γίνεται σε κάποιο μαγαζί νυχτερινό ,η πρώτη αντίδραση και η πρώτη απάντηση που μου έρχεται, εντελώς αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη είναι ΟΧΙ! Οι δεύτερες σκέψεις που μου έρχονται και αυτές εντελώς αβίαστα είναι πλημμυρισμένες από τον φόβο για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν έλεγα το ΝΑΙ. Σκέψεις φόβου μη τυχόν και γίνει κάποιος καβγάς με άλλα παιδιά, μη πιούνε αλκοόλ και μεθύσουν, μη μπλέξουν με κακές παρέες, μη πέσουν θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης, μη πάρουν ναρκωτικά, μη πέσουν θύματα τροχαίου. Εύλογες σκέψεις και φοβίες με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Με ένα δεύτερο φιλτράρισμα προκύπτουν και άλλα ερωτήματα , όπως τι δουλειά έχουν τα παιδιά σε πάρτι ενηλίκων ,γιατί πρέπει να βιαστούν, γιατί θέλουν να τα κάνουν όλα από τόσο τρυφερή ηλικία και γιατί δεν αρκούνται σε πιο ελεγχόμενους τρόπους διασκέδασης; Γιατί σίγουρα είναι πιο ελεγχόμενο και λιγότερο επικίνδυνο το να πάνε σινεμά ,μια βόλτα με φίλους ή για ένα φαγητό. Η απάντηση μου όσο κ αν σκέφτομαι και φιλτράρω τις σκέψεις μου παραμένει ΟΧΙ. Όμως κάπου εδώ αρχίζω και διερωτώμαι αν κάνω κάτι λάθος, αν είμαι πολύ αυστηρή, αν φοβάμαι υπερβολικά πολύ κ αν κόβω τα φτερά του παιδιού μου λόγω της υπερπροστατευτικότητας που με χαρακτηρίζει. Κ αυτό συμβαίνει γιατί βλέπω τα άλλα παιδιά ,τα συνομήλικα του δικού μου να πηγαίνουν σε μπαρ και κλαμπ ενηλίκων, βλέπω τους άλλους γονείς να το επιτρέπουν και μάλιστα να μη το σπουδαιολογούν όπως εγώ. Εύλογα αναρωτιέμαι αν κάνω εγώ λάθος κ αν με τον τρόπο μου δημιουργώ φοβίες στο παιδί μου ή αν άθελα μου το περιθωριοποιώ; Πως μπορώ να είμαι σίγουρη ότι παίρνω την σωστή απόφαση κάθε φορά; Και τελικά υπάρχει σωστή απόφαση; Κ αν υπάρχει για ποιον είναι σωστή και για ποιον λάθος;
Κατερίνα Ζαγοραίου