Η ψυχαναλυτική προσέγγιση είναι ένας τρόπος για να ανακαλύψουμε το παιδί που κρύβεται πίσω από τον μαθητή. Βλέπουμε την δυσκολία του ως σύμπτωμα μιας πιο βαθιάς εμπλοκής, όπως είναι ο πυρετός για έναν άρρωστο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το σύμπτωμα είναι το κατεξοχήν δείγμα της διαίρεσης του υποκειμένου. Από την μια μεριά ο λογικός χαρακτήρας του και από την άλλη ο κόσμος των ενορμήσεων και των ασυνείδητων αποφάσεων. Όπως σε κάθε νευρωτική σύγκρουση, έχουμε ένα συνεχή αγώνα ανάμεσα σε αυτά τα δυο, που κάνει το σύμπτωμα ένα τελικό συμβιβασμό.
Ένα υποκείμενο δομείται ακολουθώντας τα ιδανικά που του προτείνονται στην διάρκεια της ζωής του. Αυτά είναι κυρίως ιδανικά του κοινωνικο-πολιτισμικού περιβάλλοντος και της οικογένειάς του, που κι αυτή με την σειρά της είναι σημαδεμένη από τις αξίες της κοινωνίας όπου ανήκει. Στις δυτικές κοινωνίες η επιτυχία, το χρήμα, η κατοχή αγαθών και η δύναμη που φέρνουν, αντιπροσωπεύουν στον μέγιστο βαθμό τις επικρατούσες αξίες.
Το παιδί ακούει από πολύ νωρίς αυτό που του ζητάνε : πρέπει να μάθει, πρέπει να πετύχει. Πίσω απ’ αυτό το γονεϊκό αίτημα βρίσκεται η κοινωνική πίεση, η οποία ασκείται πάνω σε όλους και προκαλεί μια βουβή αγωνία, που το παιδί συχνά δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει και αποτυγχάνει. Είναι αδύνατο να διαχωριστεί η διανοητική λειτουργία από όλα όσα συνθέτουν ένα υποκείμενο : συναισθήματα, φαντασιώσεις, ενορμήσεις, επιθυμίες, δηλαδή το υποσυνείδητό του. Για να υπάρξει το υποκείμενο πρέπει να κατανοήσει, να βρει τον δρόμο της δικής του επιθυμίας. Η κατανόηση είναι λοιπόν μια λειτουργία που αγγίζει το σημαντικότερο κομμάτι του είναι.
Γράφει ο Ψυχαναλυτής παιδιών και εφήβων Χάρης Καραμπέτσος